ἥμισυς

ἥμισυς
ἥμισυς, σεια, συ: half; sing. only neut. as subst., Il. 6.193, Il. 9.579, 580; pl., ἡμίσεες λᾶοί, Φ , Od. 3.155, 157; gen. ἡμίσεων πλείους, Od. 24.464.

A Homeric dictionary (Greek-English) (Ελληνικά-Αγγλικά ομηρικό λεξικό). 2010.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • ἥμισυς — half masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ήμισυς — εια, υ και μισός, ή, ό (AM ἥμισυς, εια, υ, Μ και ἥμισος, η, ον, Α δωρ. τ. ἅμισυς, εια, α και ιων. θηλ. ἡμισέη και ἡμισέα) 1. αυτός που αποτελεί το ένα από δύο ίσα μέρη ενός πράγματος ή ενός ποσού, ο μισός 2. το ουδ. ως ουσ. το ήμισυ το ένα… …   Dictionary of Greek

  • Δυοῖν παρόντοιν ἢμισυς λόγος πάρα. — См. Не спеши карать, спеши выслушать …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • ἡμίσεα — ἥμισυς half neut nom/voc/acc pl (epic ionic) ἥμισυς half fem nom/voc sg (epic ionic) ἥμισυς half neut acc pl (epic ionic) ἥμισυς half neut nom pl (epic ionic) ἡμίσεια neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἡμίση — ἥμισυς half neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἥμισυς half neut acc pl (attic epic doric ionic) ἥμισυς half neut nom pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἡμισέων — ἥμισυς half masc/neut gen pl (epic doric ionic aeolic) ἥμισυς half neut gen pl (epic doric ionic aeolic) ἡμίσεια neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἡμισίων — ἥμισυς half masc/neut gen pl (doric) ἥμισυς half neut gen pl (doric) ἡμίσιος demigod masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἡμίσεαι — ἥμισυς half fem nom/voc pl (epic ionic) ἥμισυς half fem nom pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἡμίσει — ἥμισυς half masc/neut dat sg ἡμίσεϊ , ἥμισυς half masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἡμίσειαι — ἥμισυς half fem nom/voc pl ἥμισυς half fem nom pl ἡμίσεια fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἡμίσεσι — ἥμισυς half masc/neut dat pl ἥμισυς half neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”